 |
ΨΑΡΕΜΑ
Μαρτυρία: Άγγελος Κρέστας, ετών 57, τελειόφοιτος
δημοτικού, Ναυτικός.
Κάτω στον πάτο υπάρχουν τα πετρόψαρα, δηλαδή σαργοί,
μελανούρια, πέρκες, χάνοι, γύλοι, σκρουπί. Απάνω στον αφρό, τα αφρόψαρα
δηλαδή κολιοί, γόπες, παλαμήδες, σαβρίδια. Για το ψάρεμα, το κάθε ψάρι
θέλει τον δικό του τρόπο. Τα αφρόψαρα τα ψαρεύουμε με ειδικά δίχτυα του
αφρού, που λέμε. Και με τα γρι-γρι που έχουν λάμπα και μαζεύονται τα
ψάρια και τα φέρνουμε γύρω και τα μαζεύουμε με δίχτυ πολύ ψιλό, εμείς το
λέμε άλτο. Είναι από 30 έως 35 μέτρα. Λοιπόν το ψάρι μαζεύεται στις
λάμπες. Τα καΐκια ανοίγονται. Τα μικρά αγκυροβολούνε. Αγκυροβολούνε εκεί
πέρα και παρακολουθούν το ψάρι. Μέσα στα μικρά είναι από ένας και
φωνάζουνε στο μεγάλο: «Βρήκα ψάρι». Και πάμε εκεί και κυκλώνουμε με το
δίχτυ. Όταν μαζεύαμε το ψάρι, το ρίχναμε στο μεγάλο καΐκι. Και πρωί πρωί,
τα πάμε στην αγορά.
Τα πετρόψαρα τα πιάνουμε με ειδικά δίχτυα, που πάνε
στον πάτο. Έχουμε βαρίδια με μολύβια. Στα ρηχά έχουμε και καμάκια, στα
βαθιά δεν τα χρησιμοποιούμε. Έχουμε και αγκίστρι, παραγάδι, που το λέμε,
πεταχτή. Το ψάρι κινείται τέτοια ώρα, βασιλέματα ήλιου και ξημερώματα. Τη
νύχτα είναι ακίνητο. Απάνου όμως που πάει να σκοτεινιάσει, κινείται. Πάει
στην φωλιά του; Ξέρω εγώ; Το ίδιο, κι όταν ξημερώνει. Κι έτσι προχωράει,
μπλέκεται στο δίχτυ και πιάνεται. Για να μαζέψεις τα δίχτυα, αμολάς ένα
σχοινάκι με μια τσαμαδούρα (=σημαδούρα) κι αυτή τη σηκώνεις και τραβάς
τραβάς κι έρχονται σιγά σιγά, μέχρι που τελειώνουν. Είναι ένα σχοινί που
έχει απόσταση απ’ τον πάτο της θάλασσας μέχρι την επιφάνεια που είναι
περίπου 20 με 25 μέτρα. Και δένεις εκεί ένα τενεκέ, ένα κουτί, ένα
κολοκύθι, οτιδήποτε για τσαμαδούρα.

Κάναμε αγιασμό όταν βγαίναμε στην δουλειά ή όταν
φτιάχναμε ένα καινούριο καΐκι. Φωνάζαμε ένα παπά και κάναμε αγιασμό.
Έμπαινε ο παπάς μέσα στο καΐκι κι έκανε αγιασμό. Φτιάχνανε τότε και γλυκά,
κουραμπιέδες, τέτοια πράγματα, και ρίχνανε και κουφέτα μέσα. Το ραίνανε το
καΐκι. Και μαζευόντουσαν οι οικογένειες, οι φίλοι, οι συγγενείς και βάζανε
ένα παιδάκι μέσα στο καΐκι, δικό τους, γειτονικό, οτιδήποτε.
Είχαμε και την τράτα. Είναι ένα δίχτυ σαν κλούβα, που
πάει στον πάτο. Και πάει το ψάρι και κλείνεται μέσα. Το ίδιο είναι και η
ανεμότρατα. Η ανεμότρατα πάει στα βαθιά, η τράτα στα ρηχά. Στα πολύ παλιά
χρόνια, δεν είχανε μηχανή και πηγαίνανε με πανιά και κουπιά. Και οι
τράτες. Ήταν σκληρή η ζωή τότες. Και βλέπαμε από μακριά το πανί και λέγαμε
«έρχονται». Τώρα έχουν όλα τα μέσα.
Στα παλιά χρόνια υπήρχανε αγορές στην Αθήνα, στον
Πειραιά. Άλλα τα πουλούσαμε κι εδώ. Ο καθένας τα πουλούσε μόνος του.
Βάζαμε ένα πανί στριμμένο να μην πονέσει το κεφάλι, από πάνω μια κουλούρα
και το πανέρι δέκα οκάδες. Και γυρνούσαμε και φωνάζαμε: ψάριαααα! Και τα
περνούσαμε τα ψάρια σε βούρλο, ένα ένα ψαράκι. Δεν τα είχαμε χύμα. Ήταν
όλα ζυγισμένα από πριν. Τα ζυγίζαμε στο σπίτι και τα περνούσαμε σε βούρλο
ή σε συρματάκι από το στόμα. Το ξεψάρισμα ήταν δύσκολο. Τα αδειάζαμε όλα
μαζί και μετά τα ξεχωρίζαμε. Τα χταπόδια τα βάζαμε σε δοχεία. Συνήθως τα
κοπανάγαμε οι ίδιοι. Τα κοπανάγαμε στο χώμα, σε βότσαλα, σε βράχια. Και
μετά τους κάναμε παρούλισμα. Δηλαδή τα γυρίζαμε γύρω γύρω για να
αφρατέψουν. Όσο χτύπημα του κάνεις, τόσο παρούλισμα θέλουν, και παραπάνω.
|